δραχμή


δραχμή
Αργυρό νόμισμα που αποτελούσε τη βάση του νομισματικού συστήματος στην αρχαία Ελλάδα. Δ. έκοβαν οι πόλεις της κυρίως Ελλάδας και οι ελληνικές αποικίες από το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. Το βάρος της διέφερε ανάλογα με το σύστημα σταθμών που ίσχυε σε κάθε πόλη. Έτσι υπήρχαν οι δ. της Αθήνας, της Κορίνθου, της Αίγινας κλπ. Υποδιαίρεση της δ. ήταν ο οβολός (6 οβολοί = 1 δ.). Τα πολλαπλάσιά της ήταν το δίδραχμο, το τετράδραχμο, το οκτάδραχμο, το δεκάδραχμο και το δωδεκάδραχμο. Εκατό δ. αποτελούσαν μία μνα. Η λέξη δ. προέρχεται από το ρήμα δράττομαι και σημαίνει όσα μπορούν να περιληφθούν σε μια δράκα, δηλαδή στην παλάμη του χεριού. Η δ. ήταν αρχικά μία δέσμη από έξι σιδερένιους οβολούς, επειδή τόσους μπορούσαν να κρατήσουν με ένα χέρι. Γι’ αυτό, όταν αργότερα η δ. έγινε νόμισμα, εξακολούθησε να υποδιαιρείται σε έξι οβολούς. Στην επιφάνεια των νομισμάτων αποτύπωναν διάφορα εμβλήματα των πόλεων· στην αρχαία Αθήνα οι δ. είχαν στο ένα μέρος την κεφαλή της Αθηνάς και στο άλλο τη γλαύκα. Στο νεότερο ελληνικό κράτος η δ. καθιερώθηκε ως νομισματική μονάδα με το διάταγμα της 8ης Φεβρουαρίου 1833, με το οποίο αντικαταστάθηκε ο φοίνιξ που είχε εισαχθεί ως νομισματική μονάδα από τον Καποδίστρια. Η δ. του 1833 είχε αργυρό τίτλο 0,900 και βάρος 4,477 γρ. ή χρυσό τίτλο 0,900, βάρους 0,2888 γρ. Η σχέση της τιμής του χρυσού προς την τιμή του αργύρου ορίστηκε σε 1 προς 15,5, όπως ίσχυε στη Γαλλία από τις 28 Μαΐου 1803. To 1868 η Ελλάδα προσχώρησε στη Λατινική Νομισματική Ένωση που δημιουργήθηκε το 1865 από τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ιταλία και την Ελβετία, η οποία όμως διαλύθηκε κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, με τη γενική επικράτηση της αναγκαστικής κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος. Στην Ελλάδα, αναγκαστική κυκλοφορία είχε επιβληθεί προσωρινά για λίγους μήνες το 1848, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε τότε στην Ευρώπη. Η δεύτερη αναγκαστική κυκλοφορία επιβλήθηκε μεταξύ Δεκεμβρίου 1868 και Μαρτίου 1870, επειδή το κράτος, για να χρηματοδοτήσει δαπάνες εξοπλισμών, κατέφυγε σε δάνειο από την Εκδοτική Τράπεζα. Για τους ίδιους λόγους επιβλήθηκε και η τρίτη αναγκαστική κυκλοφορία μεταξύ Ιουνίου 1877 και Δεκεμβρίου 1884. Τέλος, από το 1885 επιβλήθηκε και πάλι η αναγκαστική κυκλοφορία που ίσχυε έως την κατάργησή της δ. τον Ιανουάριο του 2002. Στις περιόδους της αναγκαστικής κυκλοφορίας η συναλλαγματική αξία της δ. έπεφτε κάτω από την επίσημη ισοτιμία, σύμφωνα με την οποία μία δ. ήταν ίση με ένα χρυσό φράγκο. Ωστόσο, με τα αντιπληθωριστικά μέτρα που επέβαλε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος στην Ελλάδα το 1898, αυξήθηκε η αγοραστική αξία της δ., βελτιώθηκε το ισοζύγιο πληρωμών και η δ. έφτασε στην επίσημη ισοτιμία της με τον χρυσό από το 1909 έως το 1918. Η ισοτιμία της νέας δ., που ανακοινώθηκε και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ήταν 30 δραχμές για ένα δολάριο ΗΠΑ ή μία δ. ίση με την αξία 0,02962 γρ. καθαρού χρυσού. Από το τέλος όμως του 1971 η δ. ακολούθησε τις διάφορες διακυμάνσεις του δολαρίου απέναντι στα άλλα νομίσματα και στον χρυσό. Από το 1975 η περιεκτικότητα της δ. σε χρυσό μειώθηκε στα 0,024828 γρ., ενώ στη συνέχεια το νόμισμα υπέστη αλλεπάλληλες υποτιμήσεις. Το 1999 η Ελλάδα εισήχθη στη Ζώνη του ευρώ και από τον Ιανουάριο του 2002 άρχισε η σταδιακή απόσυρση της δ. και η αντικατάστασή της με το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, ευρώ, η οποία ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους. Η ισοτιμία των δύο νομισμάτων καθορίστηκε στις 340,75 δ. για 1 ευρώ. Τα τελευταία χαρτονομίσματα δραχμής, που αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία το 2002 (συλλογή Νικολάου Δουβίτσα). Αρχαίες δραχμές: 1) Παγγαίου, τετράδραχμο, του 520-480 π.Χ., με παράσταση μαινάδων που περιμένουν το θαύμα της μετατροπής του μούστου σε κρασί. 2) Ερέτριας, τετράδραχμο, του 511-490 π.Χ., με παράσταση αγελάδας. 3) Κολοφώνας του 490-480 π.Χ., με κεφαλή Απόλλωνα. 4) Κυρήνης, τετράδραχμο, μετά το 480 π.Χ., με τον βασιλιά Βάττο Δ’ ως Δία-Άμμωνα. 5) Θάσου, τετράδραχμο, του 411-380 π.Χ., με παράσταση Ηρακλή. 6) Κατάνης, περ. 410 π.Χ., με παράσταση του θεού-ποταμού Αμενανού και με υπογραφή «Ευαίνετος». 7) Αθήνας, τετράδραχμο, του 430-407 π.Χ. 8) Μασσαλίας, περ. 400 π.Χ., με κεφαλή της Άρτεμης. 9) Ηπείρου, περ. 278-276 π.Χ., επί Πύρρου, με παράσταση Αθηνάς Προμάχου· 10) Συρακουσών, επί Ιέρωvα B’ (275-216 π.Χ.), χρυσή. Παραδείγματα νεότερων δραχμών: πεντάδραχμα του Όθωνα και του Γεωργίου A’ (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα). Αθηναϊκή δραχμή με την κουκουβάγια, το ιερό πουλί της θεάς Αθηνάς. Χαρτονόμισμα αξίας πέντε χιλιάδων δραχμών, του 1932. Χαρτονόμισμα αξίας διακοσίων εκατομμυρίων δραχμών, του 1932. Χαρτονόμισμα αξίας μίας δραχμής, του 1944. Διάφορα νομίσματα (πάνω σειρά, από αριστερά, δεκάρα, είκοσι λεπτά, πενήντα λεπτά, μία δραχμή στις δύο τελευταίες εκδόσεις· κάτω σειρά, από αριστερά, δίφραγκο στις δύο τελευταίες εκδόσεις, τάλιρο, δεκάρικο και εικοσάρικο) που απεικονίζουν την ιστορία της νεότερης δραχμής στον 20ό αι. (συλλογή Νικολάου Δουβίτσα).
* * *
και δραγμή και δραμή (AM δραχμή)
νεοελλ.
1. νομισματική μονάδα που αποτελεί τη βάση τού νεοελληνικού νομισματικού συστήματος
2. (φαρμ.) μονάδα βάρους ίση με 3,75 γραμμάρια
αρχ.-μσν.
ό,τι μπορεί να περιλάβει κανείς στο χέρι του, δράγμα
αρχ.
1. αργυρό αττικό νόμισμα ίσο με 6 οβολούς
2. βάρος ίσο με 4,3 περίπου γραμμάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δραχμή προέρχεται από το ρ. δράττομαι* («αυτό που μπορεί να χωρέσει στην παλάμη, στη χούφτα») και φέρει επίθημα *mā ή *smā. Απαντά και στις άλλες διαλέκτους πλην τής Ιωνικής-Αττικής, δαρχμᾶ (αρκαδ., κρητ.) δαρχνᾶ (κρητ.) και εισήχθη και σε ανατολικές γλώσσες πρβλ. αραβ. dirham, αρμ. dram κ.ά.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δραχμῇ — δραχμή as much as one can hold in the hand fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραχμή — as much as one can hold in the hand fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραχμή — [драхми] συσ. Θ. драхма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δραχμή — η 1. η νομισματική μονάδα της Ελλάδας πριν την καθιέρωση του ευρώ. 2. αρχαίο νόμισμα ίσο με το 1/100 της μνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταλλική δραχμή — Βλ. λ. δραχμή …   Dictionary of Greek

  • δραχμαῖν — δραχμή as much as one can hold in the hand fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραχμαῖς — δραχμή as much as one can hold in the hand fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραχμαῖσιν — δραχμή as much as one can hold in the hand fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραχμαί — δραχμή as much as one can hold in the hand fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραχμῆς — δραχμή as much as one can hold in the hand fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)